2 Αυγούστου 338 π.Χ.: Η Μάχη της Χαιρώνειας που άλλαξε την πορεία του ελληνικού κόσμου
Σαν σήμερα στην πεδιάδα της Χαιρώνειας 2 Αυγούστου το 338 π.Χ. οι Μακεδόνες του Φιλίππου, στην τελευταία μεγάλη μάχη της σταδιοδρομίας του και με τον 18χρονο γιο του, Αλέξανδρο, να ηγείται της αριστερής πτέρυγας συντρίβουν τις συνασπισμένες δυνάμεις των νότιων Ελλήνων και αναλαμβάνουν την ηγεμονία της Βαλκανικής, για να οδηγήσουν τα επόμενα χρόνια υπό την ηγεσία του Μέγα Αλέξανδρου τον ελληνικό πολιτισμό έως τα βάθη της Ασίας.
Το επιτύμβιο μνημείο με τον Λέοντα δημιουργήθηκε προς τιμήν των Θηβαίων ιερολοχιτών που έπεσαν στη Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., στην οποία αναδείχθηκαν νικητές οι Μακεδόνες. Μετά τη νίκη του ο Φίλιππος Β΄ επέτρεψε την ταφή των νεκρών. Ο Λέοντας στήθηκε πάνω από το σημείο ταφής τους για να θυμίζει τον απίστευτο ηρωισμό που έδειξε στην μάχη ο ιερός λόχος της Θήβας καθώς πάλεψαν μέχρι να πέσει και ο τελευταίος.
Συγκεκριμένα μετά την λήξη της μάχης κάποιοι Μακεδόνες άρχισαν να γελούν γιατί ακουγόντουσαν πολλά για τον ιερό λόχο της Θήβας και ο Φίλιππος απάντησε οποίος ξανά υποτιμήσει τους πεσόντες θα του κόψω το κεφάλι γιατί την ανδρεία τους δεν την φτάνετε.
Με το πέρασμα των αιώνων το μνημείο του Λέοντος της Χαιρώνειας λησμονήθηκε ενώ είτε από κάποιο τεχνικό σφάλμα, είτε από κάποιο σεισμό ή άλλο φυσικό φαινόμενο, το αρχικό βάθρο επί του οποίου έστεκε ο Λέων έσπασε και το άγαλμα έπεσε και κομματιάστηκε. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, ακολουθώντας τις επιταγές εκείνης της εποχής, διάφοροι περιηγητές, αριστοκράτες, ταξιδευτές, αρχαιολόγοι, αλλά και αρχαιοκάπηλοι και τυχοδιώκτες πέρασαν από τη Χαιρώνεια με σκοπό να δουν από κοντά τα απομεινάρια του γιγάντιου αρχαίου αγάλματος. Το 1818 καταγράφεται η μερική πρόχειρη ανασκαφή ενός Άγγλου ονόματι Crawford αποκαλύπτοντας ορισμένα μέρη του αγάλματος τα οποία φέρεται να επανατοποθέτησε στο έδαφος. Την επόμενη χρονιά (1819), ο Γάλλος ζωγράφος / χαράκτης Louis Dupré (1789-1837) κατά τη διάρκεια ενός εξάμηνου επαγγελματικού ταξιδιού του από την Ιταλία στην Αθήνα (όπου φιλοτέχνησε πορτρέτα επιφανών κατοίκων των Αθηνών εκείνου του καιρού), και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη μέσω Ιωαννίνων (όπου συν τοις άλλοις φιλοτέχνησε πορτρέτα του Αλή Πασά και της οικογενείας του), πέρασε και από την Χαιρώνεια αποτυπώνοντας για πρώτη φορά τα μέλη του αγάλματος.
Την ίδια χρονιά (1819) καταγράφεται και η προσπάθεια του Οδυσσέα Ανδρούτσου, μετέπειτα οπλαρχηγού της Επαναστάσεως του 1821, ο οποίος όντας τότε ακόμη αρχηγός της προσωπικής φρουράς του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, συνοδευόμενος από τον αρχαιολόγο Δρόσο Μανσόλα, μετέβη προσωπικά στη Χαιρώνεια επιβλέποντας μια πρόχειρη ανασκαφή η οποία διενεργήθηκε με τη συνδρομή ντόπιων χωρικών, φέρνοντας στο φως την πλειοψηφία των τμημάτων του αρχαίου λέοντα. Μετά την ίδρυση του πρώτου ελεύθερου και ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας αποτέλεσε διαρκές αίτημα το οποίο όμως δε βρήκε ανταπόκριση στα χρόνια του Όθωνα ελλείψει πόρων, παρά το γεγονός πως υπήρχαν διάφορες αξιόλογες μελέτες επί του θέματος από διάφορους Έλληνες και ξένους αρχαιολόγους και καλλιτέχνες (Σίγελ, Πενρώζ, Φυτάλης, Βρούτος κ.α.)

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Τύπος συνέχιζε να προβάλει την ανάγκη αναστήλωσης του ιστορικού κολοσσιαίου Λέοντος καθώς τη θλιβερή / οικτρή κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα διάφορα τμήματά του μετά την ανασκαφή του έτους 1879 από την Αρχαιολογική Εταιρία, κατά την οποία μάλιστα βρέθηκαν θαμμένοι 254 σκελετοί ανήκοντες στους νεκρούς της ιστορικής μάχης της Χαιρώνειας με τμήμα του οπλισμού τους.
Κατά το έτος 1902, η πολυπόθητη αναστύλωση του πέτρινου αγάλματος ξεκίνησε, με πόρους τους οποίους διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρία, από τους διακεκριμμένους εκ Τήνου γλύπτες Λάζαρο Φυτάλη (1831 – 1909) και Λάζαρο Σώχο (1857 ή 1862 – 1911). Ο Λέων της Χαιρώνειας συναρμολογήθηκε από τα διαθέσιμα κομμάτια, τα ελλείποντα στοιχεία συμπληρώθηκαν με πέτρες που μεταφέρθηκαν από την τοποθεσία Ξηριά της γειτονικής Λιβαδειάς ενώ κατασκευάστηκε βάθρο ύψους τριών μέτρων επί του οποίου ξαναστήθηκε το άγαλμα το οποίο μας κοιτάει αγέρωχα μέχρι και σήμερα θυμίζοντας μας την ανδρεία και την θυσία των αρχαίων προγόνων μας.
