βιβλιοπωλείο ΛΟΓΧΗ, Πινδάρου 12,   2ος όροφος, Αθήνα
τηλ. 210 3611590 - fax:211 780 1821 -
 
  • αναζήτηση με συγγραφέα
     
  • αναζήτηση κατά τιμή
  • αναζήτηση
  • Mailing List
    Γραφτείτε στην mailing list για να ενημερώνεστε πρώτοι με τις νέες κυκλοφορίες ...

    E-MAIL :
    Logxi On Line »
    4 Φεβρουαρίου 1843... Μνήμη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

    Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Αγώνα για την ελευθερία, αλλά και της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

    Γεννήθηκε το 1770, τη δίσεκτη για το Γένος χρονιά του άγουρου κινήματος των Ορλωφικών, όπου οι Έλληνες πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος. Ο ίδιος μας λέει: “Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, τη Δευτέρα της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε εις τα 1769. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνία, ονομαζόμενον Ραμοβούνιο”.
    Ο πατέρας του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης πολεμούσε τους Τούρκους και η μητέρα του Ζαμπία, το γένος Κωστάκη, που δεν την χωρούσαν τα χωριά και τα δάση της Αρκαδίας, κατέβηκε “με την κοιλιά στο στόμα” κατά τη Μεσσηνία, για να συναντήσει παλιούς συγγενείς και να βρεί αποκούμπι στις δύσκολες ώρες.

    ► δείτε εδώ βιβλία για το 1821

    Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Αγώνα για την ελευθερία, αλλά και της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
    Γεννήθηκε το 1770, τη δίσεκτη για το Γένος χρονιά του άγουρου κινήματος των Ορλωφικών, όπου οι Έλληνες πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος. Ο ίδιος μας λέει: “Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, τη Δευτέρα της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε εις τα 1769. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνία, ονομαζόμενον Ραμοβούνιο”.
    Ο πατέρας του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης πολεμούσε τους Τούρκους και η μητέρα του Ζαμπία, το γένος Κωστάκη, που δεν την χωρούσαν τα χωριά και τα δάση της Αρκαδίας, κατέβηκε “με την κοιλιά στο στόμα” κατά τη Μεσσηνία, για να συναντήσει παλιούς συγγενείς και να βρεί αποκούμπι στις δύσκολες ώρες.
    Εκεί στο Ραμοβούνι γέννησε το Θεόδωρο- δώρο Θεού για τους σκλαβωμένους Έλληνες-που, για χρόνια , τα τσοπανόπουλα της Μάλθης -και αναμεσά τους και ο Τάσος ο Καλαμπόκης, Πρόεδρος σήμερα των Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης- ένιωθαν τον εαυτό τους ως απόγονο του Κολοκοτρώνη. Τα Μοραΐτικα βουνά σαν γλάστρα λουλουδιού, ανάστησαν τον Κολοκοτρώνη. Κι όταν η μάνα καπετάνισσα ρωτούσε τα παιδιά της πότε θα μεγαλώσουν και τι θα κάνουν με την Τουρκιά; Ο μικρός Χρήστος της έλεγε πως θα της φέρει εφτά κεφάλια τούρκικα, ο Γιάννης εκατό, και ο Θεοδωράκης της είπε: “Εγώ δε βάνω κεφάλια στο ταγάρι γιατί βρωμάνε. Θα διώξω τους Τούρκους απ΄το Μοριά ,όπως το ήθελε ο πατέρας”. Το’ πε, το τήρησε και το’πραξε. Έγινε μαθητής του φοβερού Ζαχαριά. Το 1785 ήταν κιόλας αμούστακος καπετάνιος. Την πρώτη ανδραγαθία του μας τη δίνει το αθάνατο δημοτικό μας τραγούδι. Ήταν Λαμπρή του 1897. Μας λέει: “Καλά τρώμε και πίνουμε και λαινοτραγουδάμε/ δεν κάνουμε και ένα καλό- καλό για τη ψυχή μας/- Ο κόσμος φτιάχνουν εκκλησιές, φτιάχνουν και μοναστήρια/ και πάνε να φυλάξουνε στης Τρίχας το γιοφύρι,/ που θα περάσει ο Βόιβοντας με τους αλυσομένους / να κόψουνε τους άλυσους να βγούν οι σκλαβωμένοι”. Και πήγαν και λευτέρωσαν τ’αδέρφια τους.

    Το 1806, ο Κολοκοτρώνης, αποφεύγοντας έξυπνα τον κατατρεγμό, βρέθηκε στη Ζάκυνθο. Εκεί θα φέρει και τη γυναίκα του, τα τρία του αγόρια-τον Πάνο, το Γιάννη και το μικρό Κωνσταντή (τον επονομαζόμενο Κολλίνο) και τα δύο του κορίτσια, τη Γιωργίτσα να βοηθάει ένα φίλο του –τον Άρη Φαρμάκη-. Γυρίζει στο Φιόρο του Λεβάντε και αμέσως γίνεται αξιωματικός στον Αγγλικό στρατό, και τότε… « κάθεται στης Ζακύνθου το κάστρο, /βαίνει τα κιάλια και τηράει το Μοριά αγναντεύει , / βλέπει τη θάλασσα πλατιά και το Μοριά αλάργα…/και του’ρθε το παράπονο και κάθεται και κλαίει…». Στον Αι-Γιώργη των Φιλικών , με τον παπα-Άνθιμο ορκίζεται ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που προετοιμάζει τον Αγώνα δίχως τη βοήθεια των ξένων, γνωρίζοντας πως “ η μεγαλοσύνη των Εθνών δε μετριέται με το στρέμμα/με τη καρδιά το πύρωμα μετριέται και το αίμα…”. Και όταν φθάνει η ευλογημένη η ώρα το καΐκι που αρμενίζει για το Μοριά, φέρνει μαζί του και τις ελπίδες και τους πόθους αιώνων.

    Στις 6 του Γενάρη, ανήμερα των Φώτων, ο Κολοκοτρώνης θα αποβιβαστεί στη Σκαρδαμούλα, τη γνωστή Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης. Στις 17 Μαρτίου θα γίνει η δοξολογία έξω από το Ναό Ταξιαρχών στην Αρεόπολη και θα υψωθεί η σημαία των Επαναστατημένων, “για του Χριστού την πίστη την Αγία και της πατρίδας την Ελευθερία”. Στον πρόλογο των χειρόγραφων ο Μακρυγιάννης μας λέει: “ Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις τη θρησκεία τους, έθνη δεν υπάρχουν”.

    Η μεγάλη ώρα είχε φθάσει. Με την ευλογία της εκκλησίας, η αυλαία του Αγώνα άνοιγε. Στις 23 Μαρτίου οι επαναστάτες έμπαιναν στην Καλαμάτα και την απελευθέρωναν. Η ελευθερία με την κόψη του σπαθιού την τρομερή, μετρούσε με βιάση τη σκλαβωμένη γή. “ Δάκρυα πατριωτισμού τρέχουν πάνω στα μάγουλα σκληρών πολεμιστών” έγραψε Άγγλος ιστορικός. Μετά το θρησκευτικό και εθνικό αυτό αναβάπτισμα,στο Ναό των Αγίων Αποστόλων της Μεσσηνιακής πρωτεύουσας, στο πολεμικό συμβούλιο που γίνεται, ο Κολοκοτρώνης διαχωρίζει τη θέση του και θέτει ενώπιον των συμπολεμιστών του το πολεμικό του σχέδιο το φίδι να χτυπηθεί στο κεφάλι. Να καταληφθεί, πάση θυσία, η καρδιά του τουρκοκρατούμενου Μοριά, να πέσει η Τριπολιτσά.

    Μια σειρά μαχών: στη Βλαχοκερασιά, στον Αι-Θανάση της Καρύταινας, στη Συκιά, στο Πούσι του Λάλα, στο Λεβίδι, στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα , στα Δολιανά και στη Γράνα, θα γίνουν οι προβολείς που θα φωτίσουν τα σκοτάδια του ατελείωτου μεγαλοβδόμαδου της σκλαβιάς και θα δείξουν το δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Το ημερολόγιο έδειχνε 23 του Σεπτέμβρη και ο εθνικός μας ψάλτης από τον ειδυλλιακό του λόφο του Στράνη αφουγκραζόταν και έγραφε: “Ακούω κούφια τα τουφέκια/ ακούω σμίξιμο σπαθιών/ ακούω ξύλα, ακούω πελέκια /ακούω τρίξιμο δοντιών…”. Για να’ρθει , μετά απ’αυτή τη φονική μάχη , που την έτρεμε ο λογισμός, η ελευθερία- ύστερα από 368 χρόνια- με τη θρησκεία ταυτισμένη
    – απ’το ίδιο βάθρο, μ’ένα σταυρό όλο φως σαν ηλίου φεγγοβολή, και “λάμψιν έχει όλη φλογώδη/ χείλος, μέτωπο, οφθαλμός/ φως στο χέρι, φως στο πόδι/ κι όλα γύρω της ήταν φως”.

    Ο Αγώνας όμως δε σταματάει εκεί. Η άλωση της Τριπολιτσάς απλώς δικαιώνει το σχέδιο του Κολοκοτρώνη , που ‘ναι και πάλι πρωταγωνιστής στην πολιορκία και την κατάληψη του φρουρίου της Ακροκορίνθου. Στην πρώτη Εθνική Συνέλευση φάνηκαν οι πρώτες αντιθέσεις και αντιζηλίες μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών, αλλά ο Κολοκοτρώνης είναι συμβιβαστικός.

    Το 1822 είναι το έτος που δικαιώνει, άλλη μια φορά, άλλο ένα σχέδιο που συνέλαβε το κοφτερό σαν ξυράφι στρατηγικό μυαλό του Κολοκοτρώνη. “Θα κλείσουμε το Δράμαλη μέσα στον κάμπο του Άργους, σαν ποντικό στη φάκα” είπε στο πολεμικό συμβούλιο που συγκάλεσε. “Σφιχτά θα τον ζώσουμε ανάμεσα θάλασσας και βουνών και δε θα έχει σε λίγο τι να φάει τ’ασκέρι του και τ’ αλογά του, και δε θα τον αφήσουμε ούτε στιγμή σε ησυχία, θα τον λιανίσουμε σιγά-σιγά ώσπου να μπαϊλντίσει, να κουραστεί και να παραλύσει, σύγκαιρα θα ματώνονταν περισσότεροι ολοένα ο δικοί μας κι όταν πληθύνουν καλά, έχει ο Θεός”. Και, τω όντι, και τ’ ασκέρια πλήθυναν και ο Θεός είχε. Παρασκευή νίκησαν στο Βαλτέτσι οι Έλληνες, Παρασκευή και μάλιστα της Αγίας Παρασκευής 26 Ιουλίου, διέλυσαν την πολυπληθή στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Η δημοτική μούσα τραγούδησε την περίλαμπρη νίκη. “ Της Ρούμελης οι μπέηδες και του Μοριά οι πασάδες/ στα Δερβενάκια κείτονται, κορμιά χωρίς κεφάλια”. Ακολούθησε η πτώση του Ναυπλίου στις 30 Νοεμβρίου , ημέρα εορτής του απόστολου Ανδρέα. Ό,τι όμως αποφεύχθηκε, χάρη στον Κολοκοτρώνη στην Ά Εθνική Συνέλευση δεν αποφεύχθηκε στη Δεύτερη. Ο διχασμός που πλανιόταν, σαν φθινοπωριάτικο σύννεφο, έφερε την εμφύλια διαμάχη- αγκάθι που φυτρώνει στο λειμώνα της πατρίδας μας- για να οδηγήσει στην ντροπή την φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και όσων τον υποστήριξαν στο μοναστήρι του Άι-Λια στην Ύδρα.

    Ο Ιμπραήμ αποβιβάζεται στα Μοθωκόρωνα. Βρίσκει το Μοριά ξέφραγο αμπέλι και παρά τη γενναία αντίσταση του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι- που θύμιζε τη μάχη του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες- κατέλαβε το Μοριά, αιχμαλώτισε, σκότωσε, έκαψε, έκοψε δέντρα, πέρασε, όλα τα πάντα, από φωτιά και τσεκούρι και τράβηξε κατά το Μεσολόγγι. Ο Αγώνας φαίνεται, για μια στιγμή, πως υποστέλλει τη σημαία του. Ο αγνός δάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος μιλώντας στ’ Ανάπλι, είπε μεταξύ άλλων: “Η πατρίς καταστρέφεται. Ο αγών ματαιούται. Η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντομος. Πρέπει οι ανδρείοι να σπεύσωσι όπου νέος κίνδυνος τους καλεί”.

    Ο Κολοκοτρώνης που, στο μεταξύ, αποφυλα-κίζεται, πρωτοπορεί. Αυτή τη φορά δεν κυνηγά μόνο τους Μαμελούκους του Ιμπραήμ, έχει ν’αντι-μετωπίσει και τους προσκυνημένους. “Τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους” είναι η παραγ-γελιά του. Κι έτσι προλαβαίνει τον αφανισμό του Μοριά. Με κλεφτοπόλεμο, αλλά και με μάχες, ο Κολοκοτρώνης, ρίχνοντας στη θάλασσα τα πικρά περασμένα, πολεμάει τον Ιμπραήμ. Στη Δραμπάλα, στην Τρίπολη, στους Μύλους, στα Τρίκορφα, στο Διάσελο, στη Γκιότα, στα Βέρβαινα, στις Δαβιές, στην Πιάνα- όπου τον βρεί. Ταυτόχρονα ζητάει τη σύγκλιση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης.
    Στην περουζένια θάλασσα του κόλπου του Ναυαρίνου, με την ομώνυμη ναυμαχία, υπογράφεται η ληξιαρχική πράξη, με την οποία η Ελευθερία ξανάρχεται στην κοιτίδα της. Ο Κολοκοτρώνης με προφητική ρήση το είχε πεί πριν αρχίσει ο αγώνας: “ Έλληνες, ο Θεός υπέγραψε για την Ελευθερία μας και δεν παίρνει την υπογραφή του πίσω”.

    Η σκλαβωμένη πατρίδα ελευθερώνεται. Και ο λαός πανηγυρίζει. Η άφιξη του Καποδίστρια χαροποιεί τον Κολοκοτρώνη, ενώ η δολοφονία του τον βυθίζει σε βαθιά θλίψη και κλαίει απαρηγόρητος.

    Υποδέχεται τον Όθωνα μαζί με πολλούς άλλους αγωνιστές, αλλά κατασυκοφαντείται στην αντιβασιλεία ότι είναι υπονομευτής του καθεστώτος. Θα υποχρεωθεί έτσι να πιεί ένα δεύτερο πικρό ποτήρι, να συλληφθεί, να οδηγηθεί σε δίκη και να φυλακισθεί. Όλοι αυτοί οι ραδιούργοι αγνοούσαν τους στίχους του ποιητή που έγραψε: “Αν οι λεβέντες σαν αυτόν δεν έχυναν το αίμα/ κατεπεταναίοι σαν αυτούς δε θα φορούσαν στέμμα”. Κι όταν ο μοίραρχος με το απόσπασμά του-εκτελώντας διαταγή άνωθεν- πήγε να τον συλλάβει, ο θυμόσοφος Γέρος του είπε: “Τι χρειαζόταν τόσος στρατός; Έφτανε ένα σκυλί μαλλιαρό, που κάνει θελήματα, να μου στείλουν ένα γράμμα και μ’ένα φανάρι στο στόμα, να μας φέγγει και των δυο μας και θα πήγαινα στο Ανάπλι”. Οποία σωκρατική στωικότητα! Στάση που θύμιζε το Θείο Ναζωραίο! Ο γίγαντας της λευτεριάς, οδηγήθηκε στο υγρό σκοτεινό και ανήλιαγο μπουντρούμι. Ως να’ταν κακούργος. Η ανίερη πράξη θυμίζει το στίχο των εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής: “Ους έθρεψε το μάννα, χολή άμα και όξος δίδουσι τω Δεσπότη”. Έτσι, δυστυχώς, γίνεται παντού! Ο Κολοκοτρώνης και αυτό το ήξερε και το’χε προβλέψει. Και όταν ο γραμματικός του Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, το 1821, του’χε πει: “Άιντε,Κολοκοτρώνη, παιδέψου,κι η πατρίδα θα σ’ανταμείψει ” ο Γέρος του απάντησε : “Θα ιδείς ότι εμένα θα πρωτοεξορίσει η πατρίδα”. Ευτυχώς όμως ,που μέσα στο κλίμα φοβίας στη σήψη και στη διαφθορά, βρίσκονται κάποια αναστήματα που στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και σώζουν θεσμούς και ιδέες. Και οι δύο δικαστές –που’γραψαν ιστορία- ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης, ύψωσαν το αναστημά τους στον επίτροπο της Αντιβασιλείας και στον Υπουργό φάντασμα και με στεντόρεια φωνή δήλωσαν, ο μεν πρόεδρος “ Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι, παρά να υπογράψω” και ο Τερτσέτης “Όχι, δε θα μ’έχετε συνεργό στο φόνο δύο ηρώων”. Ήταν η μεγάλη στιγμή, που ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη, ο τουρκοφάγος Νικηταράς, έ-βγαλε το φέσι του, έσφιξε το χέρι του Πολυζωίδη και με δάκρυα στα μάτια του είπε: “ Κύριε Πρόεδρε, με την ηρωική διαγωγή σας μου πήρατε τη δάφνη των Δερβενακίων”. Κι ένας άλλος στρατηγός φίλησε τα χέρια των δύο δικαστών και τους είπε: “Φιλώ, σαν άγιες εικόνες, τα χέρια σας, γιατί δεν τα βάψατε σε αίμα αθώου. Φιλώ τα χέρια της δικαιοσύνης”.

    Η θανατική ποινή δεν υπογράφεται, η φυλάκιση όμως, συνεχίζεται ως την ημέρα που ενηλικιώνεται ο Όθωνας και ο Κολοκοτρώνης με τον Πλαπούτα αποφυλακίζονται.

    Τρεις ημέρες μετά την αποφυλακισή του ο καταπονημένος Γέρος παίρνει την οικογένεια του φεύγει για την Αθήνα. Ο Όθωνας τον καλεί , τον παρασημοφορεί και του λέει πως “η Ελλάδα έχει ακόμη ανάγκη των υπηρεσιών του”. Δακρυσμένος ο γίγαντας του Αγώνα υπόσχεται κάθε βοήθεια. Μνημειώδης είναι ο λόγος του στους μαθητές στην Πνύκα. Θα’πρεπε να διαβάζετε σήμερα απ’όλη τη μαθητιώσα και τη φοιτητική μας νεολαία. Και σήμερα θα τους έλεγε αυτά που τους είπε και τότε: “Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο όπου μεις ελευθερώσαμε και δια να γίνει τούτον, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, τη θρησκεία και την φρόνιμην ελευθερία”.

    Ο Κολοκοτρώνης πριν απέλθει τον μάταιον τούτο κόσμο θα κάνει τη διαθήκη στα παιδιά του και θ’αξιωθεί να παντρέψει και το μικρό του γιό, τον Κολλίνο, με την εγγονή του πρίγκιπα της Βλαχίας Καρατζά, για να πει τότε, το αμίμητο: “ Συμπεθέρεψε η γούνα με την κάπα. Το φέσι με το τσαρούχι, ο αφέντης των Βλάχων με το Γέρο των βλάχων”. Και όταν ο Κολοκοτρώνης περνούσε την Αχερουσία για ν’ανέβει στη Χώρα των Αγγέλων ο Σούτσος εκφωνώντας τον επικήδειο με τρεμουλιασμένη φωνή, είπε: “ Έλληνες, ανήρ μέγας ετελεύτησεν” . Και ήταν, όντως , μέγας ο Κολοκοτρώνης. Πώς και πού να χωρέσει αυτός ο ογκόλιθος της Νεοελληνικής Ιστορίας όταν η κλεψύδρα πιέζει. “Ανάστημα μέτριο, κεφαλή μεγάλη με μακριά μαλλιά, μύτη γαμψή, ρουθούνια πλατιά, φρύδια πυκνά, μέτωπο ρυτιδωμένο, μουστάκι πολύ δασύ κι επιβλητικός τράχηλος νευρώδης και ισχυρός, πρόσωπο μελαμψό και ηλιοκαμένο, μάτια βυθισμένα σε βαθιές κόγχες, που λάμπουν και πετούν σπίθες και φωνή βροντώδης κι επιβλητική” έτσι μας τον σκιαγραφεί ο αείμνηστος Ευστάθιος Σταθόπουλος, εμπνευσμένος δάσκαλος, που καταγόταν από την εύανδρη Αρκαδία, στο βιβλίο του “Θεόδωρος Κολοκοτρώνης” (ο λεβέντης του Μοριά). Λεβέντης όλης της Ελλάδας, θα πρόσθετε η ταπεινοτητά μου,αφού υπήρξε μια πολυσύνθετη προσωπικότητα.Θρησκευόμενοςκαιόχιπουριτανός. Πατριώτης όσον ολίγιστοι. Στρατηγός με κοφτερό μυαλό. Πολιτικός της μετριοπάθειας και του συμβιβασμού. Ντόμπρος, ειλικρινής και άδολος. Κυνηγημένος απ’τους πολιτικάντηδες και τους κο-τζαμπάσηδες. Άνθρωπος με το άλφα κεφαλαίο, μεγαλόψυχος, αφού σαν άλλος Άγιος Διονύσιος συγχωράει το φονιά του αδερφού του. Ρήτορας εκ του προχείρου και πάντα παραβολικός. Ιστορικός συγγραφέας όπως αναδείχθηκε με την πένα του Τερτσέτη. Οιωνοσκόπος και ανατόμος, θυμόσοφος και γλεντοκόπος. Λιτοδίαιτος, καταδεκτικός, περι-ποιητικός και πρακτικός. Η ιστορία θα μπορούσε να τον αποκαλέσει Μέγα και η Εκκλησία να τον ανακηρύξει Άγιο. “Ζων μεν επαινού” λέει ο Περίανδρος “αποθανών δε μακαρίζου”. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε και έχει την τύχη ν’απολαύσει και να απολαμβάνει αυτό το δίπτυχο του σοφού Κορίνθιου. Όποια τιμή και αν προσδώσουμε στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη είναι λίγη και το χρέος μας απέναντι του θα’ναι ανεξόφλητο. Ο Σύλλογος Πελοπονησίων της Θεσσαλονίκης, μ’επικεφαλής το ρέκτη Τάσο Καλαμπόκη απ’τη Μάλθη της Μεσσηνίας, εξόφλησε ένα μεγάλο χρέος απέναντι στο στρατηγό της νίκης για την Ελευθερία, στήνοντας του επιβλητικό ανδριάντα στο Ραμοβούνι και πραγματοποιώντας το “Αντάμωμα των Απανταχού Πελοποννησίων”. Ο Κολοκοτρώνης, αθάνατος, με τη βιωτή και το έργο του, διδάσκει, ανά τους αιώνες πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

    πηγή: www.axisradio.gr

    Παλαιότερα άρθρα
    Με επιτυχία έγινε η πρώτη προβολή του ντοκυμανταίρ για τον Μεταξά και το Έπος του ΄40
    Παρασκευή 27 Οκτωβρίου προβολή στην Λόγχη: «το Έπος του ’40 και ο Ιωάννης Μεταξάς σε ένα ντοκυμανταίρ»
    Γνωρίστε την Αλήθεια μέσα από τα βιβλία, με κάθε αγορά σας δώρο CD με τα εμβατήρια του Ζέρβα
    Νέα κυκλοφορία βιβλίου: «Αλήτες του Ουρανού»
    Καλό καλοκαίρι με ένα βιβλίο από την Λόγχη

    1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 επόμενη