3 Ιανουαρίου 1911, φεύγει από την ζωή ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

3 Ιανουαρίου 1911, φεύγει από την ζωή ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Πα­πα­δι­α­μάν­της γεν­νή­θη­κε στη Σκιά­θο το 1851 και γο­νείς του ή­ταν ο ι­ε­ρέ­ας Α­δα­μάν­τιος Εμ­μα­νου­ήλ και η Αγ­γε­λι­κή (Γκι­ου­λώ) το γέ­νος Μω­ρα­ϊ­τί­δη. Με­γά­λω­σε α­νά­με­σα σε εν­νιά παι­διά (τα δύ­ο πέ­θα­ναν μι­κρά) και ε­ξοι­κει­ώ­θη­κε νω­ρίς με τα εκ­κλη­σι­α­στι­κά πράγ­μα­τα, τη θρη­σκευ­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα, τις λει­τουρ­γί­ες, τα ε­ξωκ­κλή­σια και την ή­συ­χη ζω­ή του νη­σι­ώ­τι­κου πε­ρί­γυ­ρου. Ό­λα αυ­τά δι­α­μόρ­φω­σαν μια χρι­στι­α­νο­πρε­πή ι­δι­ο­συγ­κρα­σί­α, που δι­α­τή­ρη­σε με πεί­σμα ως το τέ­λος της ζω­ής του.

Τα πρώ­τα γράμ­μα­τα τα έ­μα­θε στο νη­σίτου, ε­σω­τε­ρι­κός στην Ι. Μο­νή του Ευ­αγ­γε­λι­σμού. Φοί­τη­σε στο Γυ­μνά­σιο (με πολ­λές δι­α­κο­πές, λό­γω οι­κο­νο­μι­κών δυ­σκο­λι­ών) στη Χαλ­κί­δα και στον Πει­ραι­ά και το τε­λεί­ω­σε στο Βαρ­βά­κει­ο της Α­θή­νας. Πάν­τα φτω­χός, άρ­χι­σε α­πό μα­θη­τής να κερ­δί­ζει το ψω­μί του με πα­ρα­δό­σεις και προ­γυ­μνά­σεις μα­θη­τών. Το 1872 ε­πι­σκέ­φτη­κε το Ά­γιο Ό­ρος μα­ζί με τον φί­λο του Νι­κό­λα­ο Δι­α­νέ­λο, αρ­γό­τε­ρα μο­να­χό Νή­φω­να,ό­που πα­ρέ­μει­νε ο­κτώ μή­νες ως δό­κι­μος μο­να­χός. Μη θε­ω­ρών­τας τον ε­αυ­τό του ά­ξιο να φέ­ρει το «αγ­γε­λι­κό σχή­μα», ε­πέ­στρε­ψε στην Α­θή­να και γρά­φτη­κε στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου, την ο­ποί­α, με ό­λες τις προ­σπά­θει­ες που έ­κα­νε, δεν την τε­λεί­ω­σε, για­τί η φτώ­χεια, η α­νέ­χεια και η ε­πι­σφα­λής υ­γεί­α του τού στά­θη­καν α­νυ­πέρ­βλη­τα εμ­πό­δια. Το ό­τι δεν πή­ρε το δί­πλω­μά του στοί­χι­σε στον πα­τέ­ρα του, ο ο­ποί­ος τον πε­ρί­με­νε να γυ­ρί­σει κα­θη­γη­τής στο νη­σί και να βο­η­θή­σει τις τέσ­σε­ρις α­δελ­φές του. Οι τρεις α­πό αυ­τές πα­ρέ­μει­ναν α­νύ­παν­τρες και του πα­ρα­στά­θη­καν με α­φο­σί­ω­ση σε ό­λες τις δύ­σκο­λες στιγ­μές του – ό­πως ό­ταν, ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος α­πό τη ζω­ή της Α­θή­νας, α­να­ζη­τού­σε κα­τα­φύ­γιο στη Σκιά­θο. Ω­στό­σο, ε­πει­δή οι οι­κο­νο­μι­κές του α­νάγ­κες ή­ταν πολ­λές, σύν­το­μα α­ναγ­κα­ζό­ταν να ε­πι­στρέ­ψει στην Α­θή­να.

Α­πό τη στιγ­μή που γρά­φτη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο άρ­χι­σε να δη­μο­σι­ο­γρα­φεί και να κά­νει με­τα­φρά­σεις α­πό τα Γαλ­λι­κά και Αγ­γλι­κά, γλώσ­σες που εί­χε μά­θει σε βά­θος και που λί­γοι τις γνώ­ρι­ζαν τό­σο κα­λά στην ε­πο­χή του. Οι α­πο­λα­βές του ό­μως ή­ταν πε­νι­χρές και α­ναγ­κα­ζό­ταν να ζει σε φτω­χι­κά δω­μά­τια, όν­τας πάν­τα ο­λι­γαρ­κής και λι­το­δί­αι­τος.

Η θέ­ση του κα­λυ­τέ­ρευ­σε κά­πως, ό­ταν γνω­ρί­στη­κε με τον προ­ο­δευ­τι­κό δη­μο­σι­ο­γρά­φο και εκ­δό­τη Βλά­ση Γα­βρι­η­λί­δη, που ί­δρυ­σε την πε­ρί­φη­μη για την ε­πο­χή της ε­φη­με­ρί­δα Α­κρό­πο­λη. Η ζω­ή του ό­μως δεν άλ­λα­ξε. Αν και η α­μοι­βή του α­πό την ερ­γα­σί­α του στην «Α­κρό­πο­λη» ή­ταν υ­πέ­ρογ­κη (έ­παιρ­νε 200 και 250 δραχ­μές το μή­να), ε­νώ κέρ­δι­ζε αρ­κε­τά και α­πό τις -πε­ρι­ζή­τη­τες- συ­νερ­γα­σί­ες του με άλ­λες ε­φη­με­ρί­δες και πε­ρι­ο­δι­κά, η οι­κο­νο­μι­κή του κα­τά­στα­ση στά­θη­κε για πάν­τα η α­δύ­να­τη πλευ­ρά του. Ή­ταν σπά­τα­λος και α­νορ­γά­νω­τος ό­σον α­φο­ρά τη δι­α­χεί­ρι­ση των χρη­μά­των του. Ό­ταν έ­παιρ­νε το μι­σθό του, πλή­ρω­νε τα χρέ­η του στην τα­βέρ­να του Κε­χρι­μά­νη, (ό­που έ­τρω­γε εί­κο­σι ε­φτά ο­λό­κλη­ρα χρό­νια), έ­δι­νε το νοί­κι, έ­στελ­νε στη Σκιά­θο, μοί­ρα­ζε στους φτω­χούς, σπα­τα­λού­σε χω­ρίς σκέ­ψη για την αυ­ρια­νή μέ­ρα. Κι έ­τσι έ­με­νε πάν­τα φτω­χός και στε­νο­χω­ρη­μέ­νος, χω­ρίς να μπο­ρεί να α­γο­ρά­σει α­κό­μη και τα στοι­χει­ώ­δη, α­κό­μα και ρού­χα. Δεν μπο­ρού­σε να πε­ρι­ποι­η­θεί τον ε­αυ­τό του και η με­γά­λη α­νε­με­λιά του, συ­νο­δευ­μέ­νη α­πό κά­ποι­α φυ­σι­κή ρα­θυ­μί­α και νω­θρό­τη­τα, με μια πλή­ρη α­δι­α­φο­ρί­α για τα βι­ο­τι­κά, τον κρα­τού­σε σε κα­τά­στα­ση α­θλι­ό­τη­τας. Ά­πλυ­τος, α­πε­ρι­ποί­η­τος, σχε­δόν κου­ρε­λής, ε­νώ μπο­ρού­σε να ζει με α­ξι­ο­πρέ­πεια, για­τί ή­ταν λι­τό­τα­τος και α­σκη­τι­κός, σκορ­πού­σε τα λε­φτά του και μό­νο κά­θε πρω­το­μη­νιά εί­χε χρή­μα­τα στην τσέ­πη του. «Κα­τ’ έ­κεί­νην την ή­μέ­ραν συ­νέ­βη να εί­μαι πλού­σιος.­.» έ­χει γρά­ψει κά­που. Εν­δει­κτι­κό της σχέ­σης του με τα χρή­μα­τα εί­ναι το πε­ρι­στα­τι­κό που α­να­φέ­ρει ο Παύ­λος Νιρ­βά­νας: ό­ταν ο Πα­πα­δι­α­μάν­της ξε­κί­νη­σε τη συ­νερ­γα­σί­α του με την ε­φη­με­ρί­δα «Το Ά­στυ», ο δι­ευ­θυν­τής του προ­σέ­φε­ρε για μι­σθό 150 δραχ­μές. Η α­πάν­τη­ση του Πα­πα­δι­α­μάν­τη ή­ταν: «Πολ­λές εί­ναι ε­κα­τόν πε­νήν­τα. Με φτά­νου­νε ε­κα­τό». Η βα­σα­νι­σμέ­νη αυ­τή ζω­ή, η εν­τα­τι­κή ερ­γα­σί­α, το ξε­νύ­χτι και προ­πάν­των το πο­τό, που σι­γά-σι­γά του έ­γι­νε πά­θος , κα­θώς και το τσι­γά­ρο και η κα­θη­με­ρι­νή υ­περ­βο­λι­κή κού­ρα­ση, κα­τέ­στρε­ψαν την υ­γεί­α του και τον έ­φε­ραν πρό­ω­ρα στο θά­να­το.

Πα­ρό­λο που γε­νι­κά στη ζω­ή του φαι­νό­ταν α­πλη­σί­α­στος, πα­ρό­λο που του ά­ρε­σε η μο­να­ξιά και η α­πο­μό­νω­ση και δεν έ­πια­νε εύ­κο­λα φι­λί­ες, στο Πε­ρι­οδι­κό «Νέ­α Ε­στί­α» (Χρι­στού­γεν­να 1940) δι­α­βά­ζου­με για ε­κεί­νους που πλη­σί­α­ζε και φα­νέ­ρω­νε τον πλού­σιο ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο: «. . Ε­λά­χι­στοι ή­ταν οι φί­λοι του, ό­πως ο συγ­γρα­φέ­ας και ε­ρευ­νη­τής Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης, ο ποι­η­τής Μιλ­τιά­δης Μα­λα­κά­σης και έ­νας δυ­ο άλ­λοι. Α­κό­μα και προς το Βλά­ση Γα­βρι­η­λί­δη, που του στά­θη­κε ως πα­τέ­ρας, και τον εν­θάρ­ρυ­νε και τον βο­η­θού­σε πάν­τα σε κά­θε δύ­σκο­λη στιγ­μή, δεν έ­δει­ξε την α­γά­πη, που, ί­σως, θα έ­πρε­πε να δεί­ξει.Του ά­ρε­σε να ζει στον κλει­στό ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμο και να ζη­τά την πνευ­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση ζω­γρα­φί­ζον­τας τις α­να­μνή­σεις του στα ποι­ή­μα­τά του και στον ποι­η­τι­κό­τα­το πε­ζό του λό­γο, στα δι­ά­φο­ρα δι­η­γή­μα­τά του, που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν τους πα­λιούς θρύ­λους του νη­σιού του.

Αυ­τός ο πε­ρί­ερ­γος και α­πό­κο­σμος τρό­πος ζω­ής, με την πα­ράλ­λη­λη προ­σή­λω­σή του στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α και τη λει­τουρ­γι­κή της πα­ρά­δο­ση, τον έ­κα­νε να μοιά­ζει με κο­σμο­κα­λό­γε­ρο. Συ­νή­θι­ζε να ψάλ­λει στον Ι. Να­ό του Α­γί­ου Ε­λισ­σαί­ου ως δε­ξιός ψάλ­της, ε­νώ στον ί­διο να­ό έ­ψαλ­λε ως α­ρι­στε­ρός ψάλ­της ο ε­ξά­δελ­φός του και συγ­γρα­φέ­ας Α­λέ­ξαν­δρος Μω­ρα­ϊ­τί­δης και ε­φη­μέ­ριος ή­ταν ο (στις μέ­ρες μας α­να­κη­ρυγ­μέ­νος Ά­γιος) πα­πα Νι­κό­λας Πλα­νάς.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια
Η ζω­ή του Πα­πα­δι­α­μάν­τη μέ­ρα με τη μέ­ρα γι­νό­ταν δυ­σκο­λό­τε­ρη. Η φτώ­χεια, το πο­τό και η α­συλ­λό­γι­στη α­πλο­χε­ριά του έ­γι­ναν αι­τί­α να φτά­σει σε α­πελ­πι­στι­κή κα­τά­στα­ση, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα χει­ρο­τέ­ρευ­ε και η υ­γεί­α του. Κά­ποι­οι φί­λοι του (με­τα­ξύ των ο­ποί­ων οι Μιλ­τιά­δης Μα­λα­κά­σης, Ε­πα­μει­νών­δας Δε­λη­γι­ώρ­γης, Παύ­λος Νιρ­βά­νας, Δη­μή­τριος Κα­κλα­μά­νος, Α­ρι­στο­μέ­νης Προ­βε­λέγ­γιος) δι­ορ­γά­νω­σαν μια γι­ορ­τή στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο «Παρ­νασ­σός» το 1908 για τα λο­γο­τε­χνι­κά ει­κο­σι­πεν­τά­χρο­νά του και κα­τά­φε­ραν να συγ­κεν­τρώ­σουν έ­να χρη­μα­τι­κό πο­σό, με σκο­πό να τον βο­η­θή­σουν να βγει α­πό το οι­κο­νο­μι­κό α­δι­έ­ξο­δο. Πράγ­μα­τι, ο Πα­πα­δι­α­μάν­της κα­τόρ­θω­σε να πλη­ρώ­σει τα χρέ­η του και να α­γο­ρά­σει για πρώ­τη φο­ρά και­νού­ρια ρού­χα κι ε­τοι­μά­στη­κε να ε­πι­στρέ­ψει στη Σκιά­θο. Μά­ται­α ο Νιρ­βά­νας (για­τρός ο ί­διος) προ­σπά­θη­σε να τον πεί­σει να ει­σα­χθεί στο νο­σο­κο­μεί­ο. Στα τέ­λη του Μαρ­τί­ου του 1908 έ­φυ­γε για το νη­σί του, με σκο­πό να μην ξα­να­γυ­ρί­σει στην πό­λη «της δου­λο­πα­ροι­κί­ας και των πλου­το­κρα­τών», ό­πως ο ί­διος έ­γρα­ψε.

Στο νη­σί του ε­ξα­κο­λού­θη­σε να κά­νει τις με­τα­φρά­σεις που του έ­στελ­νε ο Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης, για να έ­χει κά­ποι­ον πό­ρο ζω­ής, μα ύ­στε­ρα α­πό λί­γο τα χέ­ρια του πρή­στη­καν και του ή­ταν δύ­σκο­λο να γρά­φει. Το η­με­ρή­σιο πρό­γραμ­μά του πε­ρι­λάμ­βα­νε πο­λύ πρω­ι­νό ξύ­πνη­μα, μια βόλ­τα στην α­κρο­για­λιά κι ύ­στε­ρα εκ­κλη­σί­α. Μα­ζεύ­ον­τας τα ι­στο­ρι­κά του νη­σιού και τα πα­λιά χρο­νι­κά συ­νέ­θε­σε τα τε­λευ­ταί­α του δι­η­γή­μα­τα πιο ώ­ρι­μα και πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­να.

, ύ­στε­ρα α­πό ε­πι­δεί­νω­ση της υ­γεί­ας του. Η κη­δεί­α του τε­λέ­στη­κε μέ­σα στο πέν­θος ό­λων των α­πλών αν­θρώ­πων του νη­σιού. Με την εί­δη­ση του θα­νά­του του, το πέν­θος έ­γι­νε πα­νελ­λή­νιο. Έ­γι­ναν ε­πί­ση­μα μνη­μό­συ­να στην Α­θή­να, στην Πό­λη, στην Α­λε­ξάν­δρεια και αλ­λού. Ο­ρι­σμέ­νοι ποι­η­τές συ­νέ­θε­σαν εγ­κω­μι­α­στι­κά έρ­γα (Μα­λα­κά­σης, Πορ­φύ­ρας κ.ά.) και τα φι­λο­λο­γι­κά πε­ρι­ο­δι­κά της ε­πο­χής ε­ξέ­δω­σαν τι­μη­τι­κά τεύ­χη, α­φι­ε­ρω­μέ­να στη μνή­μη του. Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος Φέ­ξη, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, άρ­χι­σε την έκ­δο­ση των έρ­γων του, που έ­φτα­σαν τους έν­τε­κα τό­μους. Στα 1924, ο Ε­λευ­θε­ρου­δά­κης ε­ξέ­δω­σε τα Ά­παν­τά του με αρ­κε­τά α­νέκ­δο­τα δι­η­γή­μα­τα. Το 1925 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια της προ­το­μής του στη Σκιά­θο, ε­νώ στις ε­φη­με­ρί­δες Ε­λεύ­θε­ρον Βή­μα και Πο­λι­τεί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν τα τε­λευ­ταί­α ά­γνω­στα δι­η­γή­μα­τά του. Το 1933 έ­γι­ναν ο­μι­λί­ες μπρο­στά στην προ­το­μή του για το έρ­γο του, με την πα­ρου­σί­α και συμ­με­το­χή τε­τρα­κο­σί­ων Γάλ­λων δι­α­νο­ού­με­νων που ε­πι­σκέ­φθη­καν τη Σκιά­θο, κα­θώς και ε­κα­τόν πε­νήν­τα Ελ­λή­νων λο­γο­τε­χνών και άλ­λων θαυ­μα­στών του. Δι­η­γή­μα­τα του Πα­πα­δι­α­μάν­τη άρ­χι­σαν να εκ­δί­δον­ται στα γαλ­λι­κά και πολ­λοί Γάλ­λοι ελ­λη­νι­στές α­σχο­λή­θη­καν πλα­τύ­τε­ρα με το έρ­γο του. Το 1936 ο Γι­ώρ­γος Κα­τσίμ­πα­λης ε­τοί­μα­σε την πρώ­τη βι­βλι­ο­γρα­φί­α του, ε­νώ ξε­κί­νη­σε α­πό τους Έλ­λη­νες λο­γο­τέ­χνες η συ­στη­μα­τι­κή κρι­τι­κή του έρ­γου του, άλ­λο­τε θε­τι­κή και άλ­λο­τε αρ­νη­τι­κή. Αν και η βι­βλι­ο­γρα­φί­α γύ­ρω α­πό τη ζω­ή του εί­ναι τε­ρά­στια, τό­σο σε έ­κτα­ση ό­σο και σε ποι­κι­λί­α, σο­βα­ρά κρι­τι­κά άρ­θρα, τα ο­ποί­α να α­πορ­ρέ­ουν α­πό μια αν­τι­κει­με­νι­κή με­λέ­τη του έρ­γου του, δεν υ­πάρ­χουν ως το 1935.

3 Ιανουαρίου 1911, φεύγει από την ζωή ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
διαβάστε ακόμη